Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ - ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΡΠΟΥΖΟΣ
Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
Η τεχνική δεν αρχίζει με τη μηχανή, δεν αρχίζει με τη βιομηχανική επανάσταση, ούτε με τη νεωτερική επιστήμη, ούτε ακόμη με την κατασκευή των πρώτων σύνθετων εργαλείων. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το ακαθόριστο οργανώνεται σε καθορισμένη μορφή, το πολλαπλό ταξινομείται, η ροή σταθεροποιείται σε επαναλήψιμα σχήματα, το ενδεχόμενο μετατρέπεται σε πρόγραμμα και η πράξη αποκτά κανόνα, μέθοδο, ακολουθία και σκοπό. Υπό αυτή την έννοια, η τεχνική δεν είναι πρωτίστως σύνολο εργαλείων αλλά δομή συγκρότησης, οργάνωσης, μέτρησης, πρόβλεψης και προγραμματισμού. Η τεχνική δεν είναι πρωτίστως σύνολο εργαλείων, μηχανών ή κατασκευών· είναι μια δομή συγκρότησης, διάκρισης, οργάνωσης, μέτρησης, επανάληψης, πρόβλεψης και προγραμματισμού. Το εργαλείο αποτελεί αποκρυστάλλωση μιας τεχνικής λογικής που το διέπει. Στο σφυρί υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στο υλικό που μπορεί να δεχθεί κρούση και στο σώμα που μπορεί να την ασκήσει· στο ημερολόγιο υπάρχει η αναγνώριση επαναλαμβανόμενων χρονικών διαφορών· στον χάρτη υπάρχει η διάκριση τόπων και κατευθύνσεων· στον αριθμό υπάρχει η δυνατότητα να αποσπώνται μονάδες από μια συνεχή εμπειρία και να θεωρούνται όμοιες ως προς κάτι. Με αυτή την έννοια, η τεχνική ως δύναμη-ενέργεια-πληροφορία διαπερνά αυτό που ονομάζουμε τεχνολογία. Αρχίζει όταν μέσα στη ροή του Κόσμου σταθεροποιείται μια σχέση του τύπου: «αν ενεργήσω κατά αυτόν τον τρόπο, υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πιθανό να προκύψει αυτό το αποτέλεσμα».
Το πρώτο λίθινο εργαλείο είναι ήδη μια ολόκληρη λογική συμπυκνωμένη μέσα στην πέτρα, γιατί πριν ακόμη εμφανιστεί ως υλικό αντικείμενο έχει, σε κάποιο βαθμό, συγκροτηθεί ως δυνατότητα στη νόηση. Δεν αρκεί η τυχαία θραύση ενός λίθου· πρέπει να αναγνωριστεί ότι ορισμένες πέτρες είναι καταλληλότερες από άλλες, ότι η σκληρότητα, η υφή, το μέγεθος και το σχήμα τους επηρεάζουν το αποτέλεσμα, ότι μια συγκεκριμένη γωνία και ένταση κρούσης δημιουργεί διαφορετική θραύση, ότι η θέση και η διαδοχή των χτυπημάτων μπορούν να οδηγήσουν σε αιχμηρότερη ακμή. Αλλά εδώ συμβαίνει κάτι ακόμη βαθύτερο: ο άνθρωπος δεν αντιδρά πλέον μόνο σε αυτό που υπάρχει μπροστά του· προβάλλει νοητικά αυτό που ακόμη δεν υπάρχει. Επιλέγει την πέτρα έχοντας ήδη, έστω ασαφώς, μια προσδοκία της μορφής που θέλει να παραγάγει και της λειτουργίας που αυτή η μορφή πρόκειται να επιτελέσει. Βλέπει επομένως μέσα στην υπάρχουσα πέτρα μια άλλη, ακόμη ανύπαρκτη πέτρα: την αιχμή, τον κόφτη, το ξέστρο, το εργαλείο που θα διευκολύνει μια μελλοντική εργασία. Με αυτή την έννοια, η τεχνική προϋποθέτει ήδη αφαίρεση, σύγκριση, επιλογή, μνήμη, χωρική αντίληψη, εκτίμηση διαστάσεων και γωνιών, αιτιακή συνεπαγωγή, πρόβλεψη, ακολουθία και νοητική προεικόνιση. Ο τεχνίτης συγκρίνει διαφορετικά υλικά, αφαιρεί τις άσχετες ιδιότητές τους και συγκρατεί εκείνες που ενδιαφέρουν τον σκοπό του· συσχετίζει το «αν χτυπήσω έτσι» με το «τότε πιθανότατα θα σπάσει έτσι»· διατηρεί στη μνήμη προηγούμενες επιτυχίες και αποτυχίες και οργανώνει μια σειρά ενεργειών προς ένα αποτέλεσμα που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί. Η εμπειρία μετατρέπεται έτσι σε μοντέλο του δυνατού και το μοντέλο σε πρόγραμμα πράξης. Το αποφασιστικό τεχνικό γεγονός δεν είναι λοιπόν μόνο ότι «μια πέτρα έσπασε και έγινε κοφτερή», αλλά ότι το τυχαίο συμβάν αναγνωρίζεται ως επαναλήψιμη σχέση: «αν επιλέξω περίπου αυτό το υλικό, με αυτές τις διαστάσεις, και το κρούσω με αυτόν τον τρόπο και υπό αυτή τη γωνία, μπορώ να παραγάγω περίπου αυτή τη μορφή για αυτόν τον σκοπό». Εδώ πραγματοποιείται η μετάβαση συμβάν → παρατήρηση → μνήμη → σύγκριση → κανονικότητα → πρόβλεψη → νοητική προεικόνιση → σχεδιασμός → πράξη → εργαλείο. Και ίσως εδώ βρίσκεται η αρχέγονη ουσία της τεχνικής: το εργαλείο υπάρχει δύο φορές, πρώτα ως προσδοκώμενη μορφή μέσα στη συνείδηση και ύστερα ως σχετικά σταθεροποιημένη μορφή μέσα στην ύλη. Με την τεχνική, επομένως, ο άνθρωπος δεν προσαρμόζεται απλώς σε έναν ήδη δεδομένο Κόσμο· αρχίζει να εισάγει ανάμεσα στο υπάρχον και στο δυνατό ένα σχέδιο, δηλαδή να μετασχηματίζει αυτό που υπάρχει σύμφωνα με μια μορφή που ακόμη δεν υπάρχει.
Το ίδιο συμβαίνει με τη φωτιά, η φωτιά μπορεί αρχικά να εμφανίζεται ως απρόβλεπτο φυσικό συμβάν — κεραυνός, πυρκαγιά, ηφαιστειακή δραστηριότητα, η τεχνική συνίσταται στη μετατροπή του συμβάντος σε διατηρήσιμη και επαναλήψιμη διαδικασία. Πρέπει να διακριθούν τα υλικά που καίγονται από εκείνα που δεν καίγονται, το ξερό από το υγρό, η κατάλληλη ποσότητα οξυγόνου, η απόσταση και η διάρκεια. Πρέπει να υπάρξει χρονισμός: πότε προσθέτουμε ξύλο, πόσο περιμένουμε, πότε η τροφή έχει ψηθεί. Η τεχνική δεν δημιουργεί τους νόμους της καύσης· ανακαλύπτει μέσα στον Κόσμο μια οργανωσιμότητα και τη μετατρέπει σε επαναλήψιμη πράξη.
Αυτό είναι κρίσιμο, διότι μας απομακρύνει από την ιδέα ότι ο άνθρωπος επιβάλλει αυθαίρετα τάξη σε ένα απολύτως άμορφο χάος. Αν ο Κόσμος ήταν απολύτως μη οργανώσιμος, καμία τεχνική δεν θα ήταν δυνατή, η πέτρα πρέπει να έχει ορισμένες ιδιότητες, η φωτιά ορισμένες κανονικότητες, τα φυτά ορισμένους κύκλους, τα άστρα σχετικά σταθερές κινήσεις. Η τεχνική είναι δυνατή επειδή ο Κόσμος παρουσιάζει τοπικές κανονικότητες χωρίς να είναι γι' αυτό πλήρως προκαθορισμένος. Ο άνθρωπος δεν δημιουργεί αυτές τις κανονικότητες· τις συναντά, τις αναγνωρίζει, τις απομονώνει και μαθαίνει να δρα μαζί τους.
Αλλά εδώ συμβαίνει κάτι ακόμη βαθύτερο. Για να υπάρξει τεχνική, η συνείδηση πρέπει να πραγματοποιήσει διακρίσεις. Το συνεχές πεδίο της εμπειρίας πρέπει να τεμαχιστεί σε σχετικά σταθερές κατηγορίες: αυτό είναι πέτρα, εκείνο ξύλο· αυτό καίγεται, εκείνο όχι· αυτό είναι βρώσιμο, εκείνο δηλητηριώδες· τώρα είναι η εποχή της σποράς, αργότερα της συγκομιδής. Η τεχνική προϋποθέτει επομένως μια πρωταρχική κατηγορική πράξη. Δεν μπορεί να χειριστεί τον Κόσμο ως αδιαφοροποίητη Ολότητα. Για να ενεργήσει, πρέπει να αποσπάσει κάτι από το πλέγμα των σχέσεών του και να το καταστήσει διακριτή λειτουργική μονάδα. τεχνική είναι, με αυτή την έννοια, στενά συνδεδεμένη με τη συμβολική λειτουργία της συνείδησης. Η ονομασία σταθεροποιεί τη διάκριση, ο αριθμός σταθεροποιεί την ποσότητα, το μέτρο σταθεροποιεί τη σύγκριση, ο χάρτης σταθεροποιεί τον χώρο, το ημερολόγιο σταθεροποιεί τον χρόνο, ο νόμος σταθεροποιεί την επιτρεπτή συμπεριφορά, η γραφή σταθεροποιεί τη μνήμη, το νόμισμα σταθεροποιεί διαφορετικά αγαθά μέσα σε μια κοινή κλίμακα ανταλλαγής. Σε κάθε περίπτωση, ένα πολυδιάστατο και μεταβαλλόμενο πεδίο μετασχηματίζεται σε κάτι που μπορεί να διακριθεί, να συμβολοποιηθεί, να συγκριθεί και να υπολογιστεί για λόγους χρηστικούς και ωφελιμιστικούς.
Η γεωργία αποτελεί ίσως μία από τις μεγαλύτερες πρώιμες επαναστάσεις αυτής της λογικής, ο κυνηγός και ο συλλέκτης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συνάντηση με αυτό που εμφανίζεται. Η γεωργία επιχειρεί κάτι ριζικότερο: να οργανώσει το μέλλον, ο σπόρος φυτεύεται τώρα για ένα αποτέλεσμα που αναμένεται μήνες αργότερα. Χρειάζεται γνώση εποχών, πρόβλεψη καιρού, επιλογή εδάφους, αποθήκευση σπόρων, κατανομή εργασίας, περίφραξη, άρδευση, μέτρηση εκτάσεων. Η τεχνική μετακινείται έτσι από την άμεση αντιμετώπιση του παρόντος στην προκαταβολική οργάνωση του μέλλοντος. Και μαζί με τη τεχνικη αλλάζει η ίδια η εμπειρία του χρόνου, ο χρόνος δεν είναι πλέον μόνο η εναλλαγή ημέρας και νύχτας ή η βιωμένη διάρκεια. Γίνεται κάτι που μπορεί να χωριστεί, να μετρηθεί και να προγραμματιστεί. Σπορά, αναμονή, συγκομιδή, αποθήκευση, επόμενη σπορά. Η επανάληψη δημιουργεί κύκλο, ο κύκλος ημερολόγιο, το ημερολόγιο πρόβλεψη, ένα κομμάτι του μέλλοντος εισάγεται έτσι στο παρόν ως αναμενόμενη δυνατότητα.
Η ναυσιπλοΐα αποκαλύπτει ακόμη καθαρότερα αυτή τη σχέση, η θάλασσα αποτελεί κατεξοχήν χώρο αβεβαιότητας: άνεμοι, ρεύματα, καταιγίδες, ομίχλη, μεταβολές του καιρού. Η τεχνική δεν καταργεί αυτή την αβεβαιότητα δημιουργεί όμως νησίδες προβλεψιμότητας μέσα της. Η παρατήρηση των άστρων, των ανέμων, των ακτών και των εποχών μετατρέπεται σε γνώση προσανατολισμού, το αβέβαιο δεν εξαφανίζεται· περιορίζεται μέσα από κανονικότητες. Αυτό είναι ίσως το αρχέτυπο κάθε τεχνικής πράξης: όχι η κατάργηση της στοχαστικότητας, αλλά η δημιουργία τοπικής προβλεψιμότητας μέσα σε έναν Κόσμο, ενδεχομενικό και απροσδιόριστο.
Το κυνήγι μας προσφέρει ένα διαφορετικό παράδειγμα, το ζώο δεν είναι μηχανικό αντικείμενο, μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση, να αντιληφθεί τον κυνηγό, να αντιδράσει απρόβλεπτα. Γι' αυτό αναπτύσσονται στρατηγική, ίχνη, παγίδες, συνεργασία και καταμερισμός ρόλων. Η τεχνική εδώ δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τι θα συμβεί· αυξάνει την πιθανότητα μιας επιθυμητής έκβασης. Ήδη λοιπόν στην αρχαιότερη τεχνική υπάρχει μια στοιχειώδης στοχαστική λογική: δεν εξαφανίζω το τυχαίο, αλλά οργανώνω τις συνθήκες ώστε ορισμένα ενδεχόμενα να γίνουν πιθανότερα από άλλα. Ακόμη και η κατοικία μπορεί να κατανοηθεί έτσι, δεν εξαφανίζει τον χειμώνα, τη βροχή, τον άνεμο ή τη θερμοκρασιακή μεταβολή, δημιουργεί ένα εσωτερικό ελεγχόμενο περιβάλλον μέσα στο ευρύτερο μη ελεγχόμενο περιβάλλον. Ο τοίχος είναι μια διάκριση: μέσα/έξω. Η στέγη μια επιλογή: αυτό το τμήμα του ουρανού δεν θα εισέρχεται πλέον άμεσα στον χώρο κατοίκησης. Η πόρτα είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα: η διάκριση μέσα/έξω γίνεται ελεγχόμενη μετάβαση. Η αρχιτεκτονική αποτελεί επομένως τεχνική οργάνωση όχι μόνο της ύλης αλλά και των ορίων. Η πόλη επεκτείνει αυτή τη λογική σε ολόκληρη την κοινωνία, δρόμοι καθορίζουν επιτρεπτές διαδρομές, τείχη διακρίνουν εσωτερικό και εξωτερικό, αποθήκες οργανώνουν το μέλλον της τροφής, υδραγωγεία ρυθμίζουν τη ροή του νερού, αγορές οργανώνουν την ανταλλαγή, νόμοι ταξινομούν πράξεις ως επιτρεπτές και απαγορευμένες, αρχεία σταθεροποιούν τη μνήμη, νομίσματα καθιστούν ετερογενή πράγματα συγκρίσιμα.
Η γλώσσα είναι ήδη, από μία άποψη, μια αρχέγονη τεχνική. Διακρίνει, ονομάζει, ταξινομεί, συνδέει και οργανώνει το συνεχές της εμπειρίας σε αναγνωρίσιμες μορφές. Ο αριθμός είναι τεχνική αφαίρεσης. Το ημερολόγιο είναι τεχνική οργάνωσης του χρόνου. Ο χάρτης είναι τεχνική μεταγραφής του χώρου. Η γραφή είναι τεχνική εξωτερίκευσης της μνήμης. Ο νόμος είναι τεχνική κανονικοποίησης της κοινωνικής συμπεριφοράς. Η διοίκηση είναι τεχνική κατανομής ανθρώπων, πόρων και λειτουργιών. Το κράτος είναι, μεταξύ πολλών άλλων, μια τεράστια οργανωτική μηχανή. Ακόμη και η εκπαίδευση διαθέτει τεχνική διάσταση, στον βαθμό που οργανώνει τη μετάδοση γνώσεων, κανόνων και μορφών συμπεριφοράς.
Η τεχνική, λοιπόν, διαπερνά και καθορίζει τον άνθρωπο πολύ πριν αναδειχθεί ο σύγχρονος τεχνολογικός πολιτισμός των εργαλείων. Δεν βρίσκεται μόνο απέναντί του ως αντικείμενο που χρησιμοποιεί. Βρίσκεται μέσα στις μορφές με τις οποίες σκέφτεται, θυμάται, οργανώνει, κατασκευάζει, προβλέπει και δρα. Η ίδια η μυθολογική και θρησκευτική φαντασία των πολιτισμών προβάλλει συχνά την τεχνική δομή μέχρι το κοσμικό επίπεδο. Οι θεοί δεν είναι μόνο φορείς ιερότητας· είναι νομοθέτες, μετρητές, τεχνίτες, οικοδόμοι και αρχιτέκτονες. Διαχωρίζουν το άμορφο, ορίζουν όρια, εγκαθιστούν τάξεις, καθορίζουν κύκλους, θεσπίζουν νόμους. Η δημιουργία του Κόσμου παρουσιάζεται επανειλημμένα ως πράξη κοσμικής αρχιτεκτονικής. Ο πλατωνικός Δημιουργός του «Τίμαιου» δεν δημιουργεί αυθαίρετα αλλά οργανώνει το άτακτο σύμφωνα με αναλογίες, αριθμούς και γεωμετρικές σχέσεις, ο Κόσμος αποκτά την εικόνα μιας μαθηματικά οργανωμένης κατασκευής. Στη χριστιανική θεολογία, ο Θεός νοείται ως δημιουργός και νομοθέτης ενός Κόσμου που υπακούει σε τάξη, η μεσαιωνική εικόνα του Deus Geometer, του Θεού ως γεωμέτρη, εκφράζει παραδειγματικά αυτή τη μεταφορά: ο Θεός μετρά, σχεδιάζει και οργανώνει. τσι, η τεχνική αρχή προβάλλεται μεταφυσικά στον ίδιο τον Κόσμο, αν ο Κόσμος είναι κατασκευή, τότε πρέπει να διαθέτει σχέδιο, αν διαθέτει σχέδιο, μπορεί να αναγνωσθεί, αν μπορεί να αναγνωσθεί, οι νόμοι του μπορούν να ανακαλυφθούν, και αν οι νόμοι μπορούν να ανακαλυφθούν, τότε μπορεί κάποτε να καταστεί δυνατή η αναπαραγωγή, η πρόβλεψη και η παρέμβαση στις διαδικασίες του.
Εδώ βρίσκεται μία από τις μακρινές γενεαλογικές ρίζες της νεωτερικής τεχνικής: πολύ πριν ο άνθρωπος επιχειρήσει να κατασκευάσει έναν πλήρως ελεγχόμενο κόσμο, είχε ήδη φανταστεί τον ίδιο τον Κόσμο ως κατασκευή. Η δυτική μεταφυσική ενισχύει αυτή την τάση. Από την αρχαιότητα έως τη νεωτερικότητα συγκροτείται γύρω από την αξίωση ότι αυτό που εμφανίζεται διαθέτει μια προσδιορίσιμη δομή, η οποία μπορεί να συλληφθεί, να οριστεί και να αναπαρασταθεί. Από τον πλατωνικό διαχωρισμό αισθητού και νοητού μέχρι τη νεότερη μαθηματικοποίηση της φύσης και τη χεγκελιανή αξίωση της εννοιολογικής αυτοδιαφάνειας, επανέρχεται η προσδοκία ότι ο Κόσμος μπορεί τελικά να καταστεί γνωστικά προσπελάσιμος στον Λόγο. Αλλά η διαφάνεια αυτή εμπεριέχει ήδη μια τεχνική δυνατότητα. Αυτό που μπορεί να οριστεί μπορεί να ταξινομηθεί, αυτό που μπορεί να ταξινομηθεί μπορεί να μετρηθεί, αυτό που μπορεί να μετρηθεί μπορεί να συγκριθεί, αυτό που μπορεί να συγκριθεί μπορεί να προβλεφθεί, αυτό που μπορεί να προβλεφθεί μπορεί να προγραμματιστεί. Και αυτό που μπορεί να προγραμματιστεί μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να ελεγχθεί. Η μετάβαση από τη μεταφυσική στην τεχνική δεν είναι λοιπόν εξωτερική. Υπάρχει μια εσωτερική συγγένεια ανάμεσα στη μεταφυσική απαίτηση για καθορισμό και στην τεχνική απαίτηση για λειτουργικότητα.
Με τη νεωτερικότητα πραγματοποιείται μια αποφασιστική μεταμόρφωση. Ο Κόσμος δεν νοείται πλέον κυρίως ως συμβολική και ποιοτική τάξη, αλλά ολοένα περισσότερο ως μαθηματικά περιγράψιμο σύστημα, δηλαδή σύστημα ποσοτικοποιημένων μεγεθών. Η φύση μεταγράφεται στη γλώσσα των μεγεθών. Ο χώρος ομογενοποιείται. Ο χρόνος μετατρέπεται σε μετρήσιμη παράμετρο. Η κίνηση περιγράφεται μαθηματικά. Η αιτιότητα αποκτά λειτουργικό χαρακτήρα. Το σώμα αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός. Η καρτεσιανή διάκριση υποκειμένου και αντικειμένου εκφράζει φιλοσοφικά αυτή τη μεταμόρφωση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται το υποκείμενο που αναπαριστά και υπολογίζει· από την άλλη, ένας κόσμος που μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο γνώσης. Το υποκείμενο εμφανίζεται ως κέντρο παρατήρησης, ενώ ο Κόσμος ως πεδίο προς ανάλυση. Με τον Γαλιλαίο, τον Descartes, τον Bacon και τον Newton, η τεχνική και η επιστήμη εισέρχονται σε μια νέα συμμαχία. Η γνώση δεν αρκείται στην κατανόηση. Γίνεται πρόβλεψη και παρέμβαση. Το πείραμα δεν παρατηρεί απλώς τη φύση· δημιουργεί ελεγχόμενες συνθήκες ώστε η φύση να δώσει μετρήσιμες απαντήσεις. Η μηχανή δεν αποτελεί πλέον απλώς εργαλείο· γίνεται πρότυπο κατανόησης του ίδιου του Κόσμου. Από εδώ και πέρα συντελείται μια μεγάλη αντιστροφή: στην αρχή ο άνθρωπος κατασκευάζει μηχανές σύμφωνα με την κατανόησή του για τη φύση· σταδιακά αρχίζει να κατανοεί τη φύση, την κοινωνία και τελικά τον ίδιο του τον εαυτό σύμφωνα με το πρότυπο της μηχανής.
Η βιομηχανική επανάσταση μεταφέρει αυτή τη λογική από το εργαστήριο στο σύνολο της κοινωνίας. Η μηχανή συνδέεται με το εργοστάσιο, το εργοστάσιο με τον καταμερισμό της εργασίας, ο καταμερισμός με τη μέτρηση του χρόνου και η μέτρηση με την πειθαρχία. Το ρολόι αποκτά εδώ τεράστια σημασία. Ο χρόνος δεν είναι πλέον κυρίως εποχή, εορτή, μνήμη, ωρίμανση ή βιωμένη διάρκεια· γίνεται μονάδα παραγωγής. Ο άνθρωπος εντάσσεται στη μηχανική ακολουθία. Η κίνησή του μετριέται, η εργασία του κατακερματίζεται, η απόδοσή του συγκρίνεται. Η τεχνική δεν οργανώνει πλέον μόνο τα πράγματα αλλά οργανώνει τους ανθρώπους. Αυτό αποτελεί κρίσιμη μεταβολή. Η τεχνική αρχίζει να αποδεσμεύεται από το μεμονωμένο εργαλείο και να γίνεται σύστημα. Το εργοστάσιο, η αγορά, η γραφειοκρατία, το κράτος, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες και αργότερα τα παγκόσμια δίκτυα συνδέονται σε όλο και μεγαλύτερες οργανωτικές διατάξεις.
Η τεχνική μεταμορφώνεται σε τεχνολογία όταν η επιστημονική γνώση, η μηχανική κατασκευή, η βιομηχανική παραγωγή, η οικονομική οργάνωση και ο υπολογισμός συγκροτούν ένα αυτοενισχυόμενο σύστημα. Η τεχνολογία δεν είναι πλέον απλώς τεχνική με πιο σύνθετα εργαλεία. Είναι τεχνική που έχει αποκτήσει επιστημονική αυτοσυνείδηση, βιομηχανική κλίμακα, παγκόσμια δικτύωση και δυνατότητα συνεχούς αναπαραγωγής του εαυτού της. Στον εικοστό αιώνα η μετάλλαξη επιταχύνεται. Η κεντρική κατηγορία μετακινείται από την ενέργεια στην πληροφορία. Η κυβερνητική εισάγει ένα νέο μοντέλο: συστήματα, πληροφορία, ανάδραση, έλεγχος, στόχος, αυτορρύθμιση. Αυτό το σχήμα αποδεικνύεται εξαιρετικά ισχυρό, διότι μπορεί να εφαρμοστεί σχεδόν παντού: σε μηχανές, οργανισμούς, επιχειρήσεις, κοινωνίες, οικονομίες και δίκτυα. Με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή εμφανίζεται μια ακόμη βαθύτερη μεταμόρφωση. Για πρώτη φορά η τεχνική δεν μηχανοποιεί μόνο τη μυϊκή εργασία αλλά τμήματα της συμβολικής και γνωστικής δραστηριότητας. Ο υπολογισμός, η ταξινόμηση, η αποθήκευση, η σύγκριση, η αναζήτηση, η πρόβλεψη και σταδιακά η παραγωγή γλωσσικών και οπτικών μορφών μεταφέρονται σε μηχανικά συστήματα. Ο αλγόριθμος αποτελεί ίσως την καθαρότερη έκφραση της τεχνικής αρχής: μια διαδικασία μεταγράφεται σε πεπερασμένη ακολουθία κανόνων ώστε, υπό καθορισμένες συνθήκες, να παράγεται αποτέλεσμα. Έτσι πραγματοποιείται μια μακρά ιστορική μετάβαση: από το εργαλείο στη μηχανή, από τη μηχανή στο σύστημα, από το σύστημα στο δίκτυο, από το δίκτυο στον αλγόριθμο και από τον αλγόριθμο σε περιβάλλοντα που προβλέπουν, προτείνουν και ενίοτε αποφασίζουν.
Η τεχνική, που αρχικά εμφανιζόταν ως προέκταση του ανθρώπινου σώματος, γίνεται σταδιακά προέκταση της μνήμης και της νόησης· και στη συνέχεια αντιστρέφεται η σχέση: ο άνθρωπος αρχίζει να λειτουργεί μέσα σε ένα τεχνικό περιβάλλον που προκαθορίζει ένα μέρος των δυνατών επιλογών του. Η σύγχρονη τεχνολογική συνθήκη δεν χαρακτηρίζεται επομένως μόνο από το γεγονός ότι χρησιμοποιούμε περισσότερες μηχανές. Χαρακτηρίζεται από το ότι η τεχνική έχει γίνει περιβάλλον. Ζούμε μέσα σε δίκτυα μέτρησης, πρόβλεψης, αξιολόγησης και προγραμματισμού. Η οικονομία λειτουργεί μέσω μοντέλων. Οι αγορές μέσω αλγορίθμων. Η διοίκηση μέσω δεδομένων. Η επικοινωνία μέσω πλατφορμών. Η κοινωνική αναγνώριση μεταγράφεται σε αριθμητικούς δείκτες. Η προσοχή μετριέται. Η συμπεριφορά καταγράφεται. Η επιθυμία προβλέπεται. Η πληροφορία εξατομικεύεται. Η απόφαση υποβοηθείται ή αυτοματοποιείται. Και εδώ αποκαλύπτεται κάτι βαθύτερο: η τεχνική δεν διαπερνά απλώς τον άνθρωπο· αρχίζει να κατασκευάζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο άνθρωπος σχηματίζει τις επιθυμίες, τις προσδοκίες και τις εικόνες του για τον εαυτό του. Το υποκείμενο που πίστευε ότι ελέγχει την τεχνική ανακαλύπτει ότι είναι και το ίδιο αντικείμενο των τεχνικών της. Μετριέται, κατηγοριοποιείται, προβλέπεται, αξιολογείται και κατευθύνεται. Ο χρήστης είναι ταυτόχρονα χειριστής και χειριζόμενος, παραγωγός και δεδομένο. Στην τεχνητή νοημοσύνη η ιστορική αυτή διαδικασία φτάνει σε ένα νέο κατώφλι. Η τεχνική δεν περιορίζεται πλέον στην εκτέλεση ενός πλήρως προκαθορισμένου προγράμματος. Συστήματα εκπαιδεύονται πάνω σε τεράστιες ποσότητες δεδομένων, αναγνωρίζουν κανονικότητες, παράγουν προβλέψεις και συνθέτουν νέες μορφές. Η μηχανή εισέρχεται σε περιοχές που η νεωτερικότητα είχε θεωρήσει προνομιακά ανθρώπινες: γλώσσα, εικόνα, διάγνωση, στρατηγική, σχεδιασμό, δημιουργική σύνθεση.
Η τεχνική επομένως δεν κατασκευάζει μόνο πράγματα, κατασκευάζει κατηγορίες, χρόνους, χώρους, διαδικασίες και τρόπους συμπεριφοράς. Αυτό γίνεται ακόμη εμφανέστερο με τη γραφή, η προφορική μνήμη είναι συνδεδεμένη με ζωντανά πρόσωπα και συγκεκριμένες περιστάσεις, η γραφή εξωτερικεύει τη μνήμη. Ένα γεγονός μπορεί να διατηρηθεί όταν εκείνος που το θυμόταν έχει πεθάνει, ένας νόμος μπορεί να παραμένει ο ίδιος απέναντι σε διαφορετικά πρόσωπα, μια εντολή μπορεί να ταξιδεύει χωρίς τον ομιλητή της. Έτσι η τεχνική αποκτά μια νέα δύναμη: αποσυνδέει λειτουργίες από το άμεσο σώμα που τις πραγματοποιούσε. Το εργαλείο εξωτερικεύει τη χειρονομία. Η γραφή εξωτερικεύει τη μνήμη, το ρολόι εξωτερικεύει τη μέτρηση του χρόνου, ο χάρτης εξωτερικεύει τον προσανατολισμό, η μηχανή εξωτερικεύει την επαναλαμβανόμενη εργασία, ο υπολογιστής εξωτερικεύει μέρος του υπολογισμού, ο αλγόριθμος εξωτερικεύει διαδικασίες απόφασης. Η τεχνητή νοημοσύνη επεκτείνει αυτή την κίνηση προς λειτουργίες αναγνώρισης προτύπων, παραγωγής συμβόλων, πρόβλεψης και επιλογής. Έτσι μπορούμε να δούμε ολόκληρη την ιστορία της τεχνικής ως μια μακρά διαδικασία εξωτερίκευσης και αυτοματοποίησης λειτουργιών που προηγουμένως ήταν δεμένες με το ενόργανο σώμα και την ενσώματη συνείδηση. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, αντίστροφη κίνηση που είναι εξίσου σημαντική: ό, τι ο άνθρωπος εξωτερικεύει τεχνικά επιστρέφει και αναδιοργανώνει τον ίδιο. Το ρολόι δεν μετρά απλώς έναν χρόνο που ο άνθρωπος βίωνε ήδη με τον ίδιο τρόπο· μαθαίνει στον άνθρωπο να βιώνει τη ζωή του σε ώρες και λεπτά. Η γραφή δεν αποθηκεύει απλώς προϋπάρχουσες σκέψεις· μετασχηματίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να οργανωθούν οι σκέψεις. Ο χάρτης αλλάζει την αντίληψη του χώρου. Το χρήμα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικά πράγματα μπορούν να γίνουν συγκρίσιμα. Η μηχανή αναδιοργανώνει τον ρυθμό της εργασίας. Το κινητό τηλέφωνο μεταβάλλει την εμπειρία της παρουσίας και της απουσίας. Το κοινωνικό δίκτυο δεν μεταφέρει απλώς κοινωνικές σχέσεις· επηρεάζει τις μορφές μέσα στις οποίες αυτές συγκροτούνται.
Άρα η σχέση δεν είναι:
άνθρωπος → τεχνική → Κόσμος.
Είναι κυκλική και ανατροφοδοτούμενη:
άνθρωπος → τεχνική → μετασχηματισμένος Κόσμος → μετασχηματισμένος άνθρωπος → νέα τεχνική.
Και ακριβώς εδώ η τεχνική παύει να μπορεί να θεωρείται ουδέτερο εργαλείο, η μεγαλύτερη ιστορική μεταβολή πραγματοποιείται όταν η τεχνική περνά από την τοπική οργάνωση στον καθολικό υπολογισμό. Η αρχαία τεχνική γνωρίζει ότι εργάζεται μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν ελέγχει. Ο νεότερος τεχνικός πολιτισμός αρχίζει σταδιακά να φαντάζεται ότι ολόκληρο το περιβάλλον μπορεί να μετατραπεί σε υπολογίσιμο σύστημα. Η φύση γίνεται μετρήσιμη ποσότητα, η κίνηση εξίσωση, ο χρόνος ομοιογενής μεταβλητή, η εργασία μονάδα παραγωγικότητας, ο πληθυσμός στατιστικό μέγεθος, η υγεία σύνολο μετρήσιμων δεικτών, η οικονομία σύστημα προβλέψεων, η συμπεριφορά δεδομένο. Έτσι η τεχνική μεταμορφώνεται βαθμιαία σε τεχνολογία: όχι απλώς εμπειρική γνώση του «πώς γίνεται κάτι», αλλά συστηματική σύζευξη επιστήμης, μέτρησης, μηχανής, θεσμού και υπολογισμού. Με τη βιομηχανική μηχανή πραγματοποιείται ακόμη ένα βήμα, στην παραδοσιακή τεχνική ο τεχνίτης ρυθμίζει το εργαλείο σύμφωνα με τη χειρονομία του, στη βιομηχανική παραγωγή ο άνθρωπος καλείται όλο και περισσότερο να προσαρμόσει τη χειρονομία του στον ρυθμό της μηχανής. Η τεχνική που εξωτερικεύθηκε επιστρέφει ως κανόνας που οργανώνει το σώμα που τη δημιούργησε. Το εργοστάσιο είναι επομένως περισσότερο από σύνολο μηχανών, είναι οργάνωση χρόνου, χώρου και ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πότε αρχίζει η εργασία, πόσο διαρκεί, ποια κίνηση πρέπει να πραγματοποιηθεί, πόσα αντικείμενα πρέπει να παραχθούν. Ο άνθρωπος εισέρχεται μέσα στο ίδιο το τεχνικό πρόγραμμα.
Στον ψηφιακό Κόσμο η διαδικασία προχωρεί ακόμη περισσότερο, δεν οργανώνονται μόνο οι κινήσεις αλλά οι πιθανότητες συμπεριφοράς. Τα δεδομένα προηγούμενων ενεργειών χρησιμοποιούνται για να προβλεφθούν επόμενες ενέργειες. Οι αλγόριθμοι κατάταξης αποφασίζουν ποια πληροφορία θα εμφανιστεί πρώτη, τα συστήματα συστάσεων προβλέπουν τι είναι πιθανότερο να θελήσουμε, η ασφάλιση υπολογίζει κινδύνους, η χρηματοπιστωτική αγορά μοντελοποιεί πιθανότητες, η εφοδιαστική αλυσίδα επιχειρεί να προβλέψει τη ζήτηση πριν εκδηλωθεί. Η τεχνική δεν περιμένει πλέον απλώς το γεγονός για να αντιδράσει. Επιχειρεί να προκαταλάβει το γεγονός μέσω της πιθανότητάς του. Και εδώ φτάνουμε σε μια νέα μορφή τεχνικής: την τεχνική ως προγραμματισμό του πεδίου των δυνατοτήτων. Το αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο «πώς θα πραγματοποιήσω το Χ;», αλλά «πώς θα διαμορφώσω το περιβάλλον έτσι ώστε το Χ να γίνει πιθανότερο;». Αυτό το βλέπουμε ακόμη και σε καθημερινές κατασκευές. Ένα σκαλοπάτι μάς επιτρέπει ορισμένες κινήσεις και αποκλείει άλλες. Ένας αυτοκινητόδρομος οργανώνει τη μετακίνηση πριν ακόμη εμφανιστεί ο συγκεκριμένος οδηγός. Μια φόρμα υπολογιστή καθορίζει εκ των προτέρων ποιες απαντήσεις μπορούν να καταχωριστούν. Ένα μενού επιλογών καθορίζει τον χώρο του επιλέξιμου. Ένας αλγόριθμος συστάσεων δεν αποφασίζει κατ' ανάγκην τι θα επιλέξουμε, αλλά συμμετέχει στον καθορισμό εκείνου ανάμεσα στο οποίο θα επιλέξουμε. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για το πρόβλημα της συνείδησης που εξετάζαμε. Η τεχνική ξεκινά ως προέκταση της κατηγορικής λειτουργίας της συνείδησης — διάκριση, ταξινόμηση, μέτρηση, πρόβλεψη — αλλά τελικά δημιουργεί έναν δεύτερο συμβολικά και τεχνικά οργανωμένο κόσμο, μέσα στον οποίο η ίδια η συνείδηση μαθαίνει να αντιλαμβάνεται.
Αρχικά ο άνθρωπος κατηγοριοποιεί τον Κόσμο για να μπορεί να τον χειριστεί. Ύστερα οι κατηγορίες υλοποιούνται σε θεσμούς, μηχανές, γλώσσες, χάρτες, αρχεία, βάσεις δεδομένων και αλγορίθμους. Και τελικά ο άνθρωπος γεννιέται μέσα σε αυτό το ήδη κατηγοριοποιημένο περιβάλλον και μαθαίνει να βλέπει τον Κόσμο μέσα από τις κατηγορίες που οι προηγούμενες γενιές τεχνικοποίησαν. Εδώ εμφανίζεται ο βαθύτερος κίνδυνος: να λησμονηθεί ότι η κατηγορία είναι τομή. Το δάσος γίνεται «ξυλεία». Ο ποταμός «ενεργειακό δυναμικό». Ο άνθρωπος «ανθρώπινο κεφάλαιο». Η προσοχή «engagement». Η συμπεριφορά «δεδομένα». Ο χρόνος «παραγωγικότητα». Η γνώση «πληροφορία». Η φιλία «σύνδεση». Όλες αυτές οι μετατροπές είναι τεχνικά ισχυρές επειδή απομονώνουν μια μετρήσιμη διάσταση. Αλλά το μετρήσιμο υποσύνολο κινδυνεύει να ταυτιστεί με το όλον.
Όταν λέμε ότι ένα δάσος περιέχει συγκεκριμένα κυβικά μέτρα ξυλείας, ότι δεσμεύει συγκεκριμένη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα ή ότι έχει συγκεκριμένη οικονομική αξία, οι προτάσεις αυτές μπορεί να είναι απολύτως ακριβείς. Κάθε μία όμως προϋποθέτει ήδη μια επιλογή οπτικής: το δάσος έχει μετατραπεί σε ενεργειακό απόθεμα, σε οικολογικό δείκτη, σε οικονομικό πόρο ή σε στατιστικό αντικείμενο. Εκτός αυτών των μετρήσεων παραμένουν όμως οι σχέσεις του με το έδαφος, το νερό, τους μικροοργανισμούς, τα ζώα, το κλίμα, η ιστορική του διάρκεια, η αισθητική εμπειρία, η συμβολική του σημασία για μια κοινότητα, ακόμη και οι μελλοντικές δυνατότητες που δεν μπορούμε σήμερα να προβλέψουμε. Το τεχνικό σφάλμα δεν βρίσκεται λοιπόν στη μέτρηση, αλλά στη μετατροπή μιας μερικής και λειτουργικής αλήθειας σε εξαντλητική οντολογία. Το δάσος είναι πράγματι και ξυλεία, αλλά δεν είναι μόνο ξυλεία· είναι ένας Κόσμος σχέσεων που καμία ενιαία μέτρηση δεν μπορεί να περιλάβει πλήρως. Το ίδιο ισχύει ακόμη πιο έντονα για τον άνθρωπο. Μπορούμε να μετρήσουμε την καρδιακή συχνότητα, τα επίπεδα ορμονών, τη νευρωνική δραστηριότητα, τον χρόνο αντίδρασης, το εισόδημα, την παραγωγικότητα, τις αγορές, τις διαδρομές, τα «κλικ», τις αναζητήσεις και τις ψηφιακές προτιμήσεις. Από αυτά μπορούμε να κατασκευάσουμε ένα όλο και ακριβέστερο τεχνικό προφίλ του ατόμου: να προβλέψουμε τι πιθανόν θα αγοράσει, ποια είδηση θα διαβάσει, ποιον κίνδυνο υγείας εμφανίζει ή πώς θα αντιδράσει σε ένα ερέθισμα. Αλλά ακόμη και η άθροιση όλων αυτών των δεδομένων δεν παράγει αναγκαστικά την εμπειρία του να είναι κανείς αυτός ο άνθρωπος: τη μνήμη ενός προσώπου, το νόημα μιας απώλειας, την αμφιβολία πριν από μια απόφαση, την αξία μιας θυσίας, την εμπειρία της ομορφιάς, την αλλαγή που προκαλεί μια συνάντηση, η επιθυμία ως τη δυνατότητα να μεταστραφεί και να πράξει διαφορετικά από ό, τι προέβλεπαν τα προηγούμενα δεδομένα του. Η τεχνική περιγραφή γνωρίζει τον άνθρωπο ως σύνολο μετρήσιμων καταστάσεων· η πληρότητα του ανθρώπινου Κόσμου περιλαμβάνει και το νόημα, τη σχέση, την ιστορία, την αυτοερμηνεία και το ακόμη μη πραγματοποιημένο δυνατό.
ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ
Η τεχνική έχει ένα εγγενές όριο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί απλώς με περισσότερη τεχνική. Μπορεί να απαντήσει εξαιρετικά στο «πώς;». Μπορεί να μας πει πώς να κατασκευάσουμε, πώς να μεταφέρουμε, πώς να προβλέψουμε, πώς να θεραπεύσουμε, πώς να αυξήσουμε μια πιθανότητα, πώς να μειώσουμε ένα κόστος. Αλλά από την ίδια την τεχνική λογική δεν προκύπτει αναγκαστικά το «γιατί να κάνουμε ό, τι κάνουμε και όπως το κάνουμε;» και το «προς τι; γιατί να κάνουμε οτιδήποτε με έναν τρόπο και όχι με άλλους τρόπους?». Μπορεί να μας πει πώς να φτάσουμε ταχύτερα. δεν μπορεί από μόνη της να αποφασίσει πού αξίζει να πάμε. Μπορεί να μεγιστοποιήσει την παραγωγή. Δεν μπορεί από την έννοια της μεγιστοποίησης να συναγάγει ότι περισσότερη παραγωγή σημαίνει καλύτερη ζωή. Μπορεί να αυξήσει τη διάρκεια της ζωής. Δεν μπορεί μόνη της να ορίσει τι κάνει μια ζωή άξια να βιωθεί. Μπορεί να προβλέψει πιθανές ανθρώπινες επιλογές. Δεν μπορεί από την πρόβλεψη να συναγάγει ποια επιλογή έχει νόημα.
Εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο η τέχνη, η συνείδηση και η αξιοθέτηση διαφοροποιούνται από την καθαρή τεχνικότητα. Η τεχνική κλείνει προσωρινά ένα πεδίο για να μπορέσει να λειτουργήσει: ορίζει πρόβλημα, μεταβλητές, μέσα και σκοπό. Η τέχνη μπορεί να ξανανοίξει το πεδίο και να ρωτήσει αν το πρόβλημα τέθηκε σωστά, αν υπάρχουν άλλες μορφές, άλλες σχέσεις, άλλες δυνατότητες. Και η συνείδηση μπορεί να στραφεί ακόμη και εναντίον των δικών της τεχνικών κατασκευών και να ρωτήσει αν αυτό που είναι εφικτό είναι και επιθυμητό. Έτσι αποκαλύπτεται και το παράδοξο της τεχνικής. Η τεχνική γεννιέται από την προσπάθεια της συνείδησης να προστατευθεί από την αβεβαιότητα του Κόσμου. Όμως όσο περισσότερο οργανώνει τον Κόσμο, τόσο περισσότερες νέες σχέσεις δημιουργεί· όσο περισσότερες σχέσεις δημιουργεί, τόσο αυξάνει την πολυπλοκότητα· και όσο αυξάνει την πολυπλοκότητα, τόσο εμφανίζονται νέες μορφές απροσδιοριστίας που δεν μπορούσε να προβλέψει. Η γεωργία μειώνει την αβεβαιότητα της τροφής αλλά δημιουργεί εξάρτηση από σοδειές, αποθήκες και κλιματικούς κύκλους. Η πόλη προστατεύει και οργανώνει αλλά δημιουργεί νέες μορφές επιδημίας, συμφόρησης και κοινωνικής εξάρτησης. Η βιομηχανία αυξάνει την παραγωγικότητα αλλά δημιουργεί οικολογικές επιπτώσεις που επιστρέφουν ως νέες αβεβαιότητες. Το παγκόσμιο δίκτυο μειώνει την απόσταση αλλά δημιουργεί πρωτοφανείς αλληλεξαρτήσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει την ικανότητα πρόβλεψης και αυτοματοποίησης, αλλά δημιουργεί συστήματα των οποίων οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μπορεί να είναι δυσκολότερο να προβλεφθούν συνολικά.
Η ιστορία της τεχνικής δεν είναι μια ευθεία πορεία:
αβεβαιότητα → γνώση → πλήρης έλεγχος.
Είναι περισσότερο μια σπειροειδής κίνηση:
αβεβαιότητα → τοπική οργάνωση → αυξημένος έλεγχος → νέες σχέσεις → μεγαλύτερη πολυπλοκότητα → νέα αβεβαιότητα → νέα τεχνική οργάνωση.
Η τεχνική δεν εξαλείφει το απροσδόκητο, μετακινεί τα σύνορα του απροσδόκητου. Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σημασία της για τη δική μας σκέψη. Η τεχνική δεν πρέπει ούτε να δαιμονοποιηθεί ούτε να θεοποιηθεί. Είναι μια θεμελιώδης παραγωγική και μορφογενετική δύναμη του Κόσμου: η δύναμη να αναγνωρίζονται κανονικότητες, να σταθεροποιούνται σχέσεις και να δημιουργούνται τοπικές νησίδες προβλεψιμότητας μέσα στην ενδεχομενικότητα. Χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχαν εργαλεία, γλώσσες, πόλεις, επιστήμες, θεσμοί ή πολιτισμοί. Η κρίση αρχίζει όταν η τεχνική λησμονεί τον τοπικό χαρακτήρα κάθε σταθεροποίησης και μετατρέπει τη μέθοδό της σε καθολική κοσμολογία: όταν θεωρεί ότι επειδή κάτι μπορεί να μετρηθεί, η μέτρηση το εξαντλεί· επειδή κάτι μπορεί να προβλεφθεί πιθανοτικά, έχει κατανοηθεί πλήρως· επειδή κάτι μπορεί να οργανωθεί, πρέπει να οργανωθεί· επειδή κάτι μπορεί να πραγματοποιηθεί, αξίζει να πραγματοποιηθεί. Τότε η τεχνική παύει να είναι μόνο τρόπος δράσης μέσα στον Κόσμο και επιχειρεί να γίνει ο τρόπος με τον οποίο επιτρέπεται στον Κόσμο να εμφανίζεται. Απέναντι σε αυτή την καθολίκευση, η τέχνη, η συνείδηση, το παράδοξο, το τυχαίο και το συντυχιακό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Υπενθυμίζουν ότι πίσω από κάθε σταθεροποιημένη κατηγορία παραμένει ένα πλεόνασμα σχέσεων· πίσω από κάθε πρόβλεψη ένα πεδίο ενδεχομένων· πίσω από κάθε σύμβολο κάτι που το σύμβολο δεν μπορεί να περιλάβει· πίσω από κάθε πραγματοποιημένο Κόσμο δυνατότητες που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει μορφή. Έτσι μπορούμε να φτάσουμε σε μια ακριβέστερη διατύπωση από την αρχική: η τεχνική δεν μετατρέπει απλώς το ανοργάνωτο σε οργανωμένο και το αβέβαιο σε προβλέψιμο. Αναγνωρίζει μέσα στον στοχαστικό Κόσμο τοπικές κανονικότητες, τις αποσπά συμβολικά από το ανοιχτό πλέγμα των σχέσεών τους, τις σταθεροποιεί σε επαναλήψιμες διαδικασίες και, μέσω αυτών, κατασκευάζει νησίδες σχετικής προβλεψιμότητας. Κάθε τέτοια νησίδα όμως παραμένει βυθισμένη σε έναν ευρύτερο Κόσμο σχέσεων, τυχαιοτήτων, συναντήσεων και δυνατοτήτων που καμία τεχνική οργάνωση δεν μπορεί να εξαντλήσει. Η τεχνική είναι η δύναμη του τοπικού κλεισίματος μέσα στο Ανοιχτό· η τέχνη η δύναμη της εκ νέου διάνοιξης· και η συνείδηση ο παράδοξος τόπος όπου πραγματοποιούνται και οι δύο κινήσεις — εκεί όπου ο Κόσμος διακρίνεται για να μπορεί να γίνει γνωστός, αλλά μπορεί επίσης να αναγνωριστεί ότι είναι πάντοτε περισσότερος από τις διακρίσεις μέσω των οποίων τον γνωρίζουμε.
ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ
Η αρχαία τεχνική παραμένει κατά κύριο λόγο τοπική, εμπειρική, σωματική και ενταγμένη στους δεδομένους ρυθμούς του Κόσμου. Ο τεχνίτης γνωρίζει μέσα από την επανάληψη, τη μαθητεία και τη συσσωρευμένη εμπειρία πώς συμπεριφέρεται το ξύλο, η πέτρα, το μέταλλο, το νερό ή η φωτιά· η γνώση του είναι σε μεγάλο βαθμό άρρητη και ενσωματωμένη στη χειρονομία. Το πλοίο προσαρμόζεται στους ανέμους και στα ρεύματα, η γεωργία στις εποχές, ο νερόμυλος στη διαθέσιμη ροή του νερού. Ακόμη και οι εξαιρετικά σύνθετες αρχαίες κατασκευές —ναοί, υδραγωγεία, δρόμοι, πολιορκητικές μηχανές— δεν συγκροτούν ακόμη ένα αυτοτελές τεχνοεπιστημονικό σύστημα συνεχούς καινοτομίας. Η αρχαία τεχνική επιδιώκει ασφαλώς αποτελεσματικότητα και έλεγχο, αλλά δρα κυρίως μέσα σε κανονικότητες που συναντά, χωρίς να έχει ακόμη ως γενικευμένο πρόταγμα τη μαθηματική ανακατασκευή ολόκληρης της φύσης ως πεδίου διαθέσιμου για απεριόριστη επέμβαση. Γι' αυτό και η αρχαία τέχνη/τέχνη διατηρεί ακόμη τη συγγένεια του κατασκευάζειν με το ποιεῖν: γνώση, δεξιότητα, μορφοποίηση και δημιουργία δεν έχουν ακόμη διαχωριστεί με τον νεότερο τρόπο.
Η αποφασιστική μετάβαση πραγματοποιείται στη νεωτερικότητα, όταν μαθηματικοποίηση, πείραμα, μέτρηση και μηχανική κατασκευή αρχίζουν να συγκροτούν ένα ενιαίο κύκλωμα. Η επιστήμη δεν αρκείται πλέον στην παρατήρηση των κανονικοτήτων του Κόσμου, αλλά απομονώνει μεταβλητές, κατασκευάζει ελεγχόμενες πειραματικές συνθήκες, ποσοτικοποιεί φαινόμενα και διατυπώνει μαθηματικούς νόμους που επιτρέπουν πρόβλεψη. Και τότε συμβαίνει κάτι ιστορικά καθοριστικό: η γνώση παράγει νέες τεχνικές δυνατότητες, οι νέες τεχνικές δυνατότητες δημιουργούν ακριβέστερα όργανα παρατήρησης και μέτρησης, αυτά τα όργανα παράγουν νέα επιστημονική γνώση, και η νέα γνώση επιστρέφει ως ισχυρότερη τεχνική. Δημιουργείται έτσι ένα θετικό κύκλωμα ανατροφοδότησης: επιστήμη → τεχνική → όργανα → νέα γνώση → νέα τεχνική. Με τη βιομηχανική παραγωγή προστίθενται η τυποποίηση, η μαζική επαναληψιμότητα, η αντικατάσταση της χειρονομίας του τεχνίτη από τη λειτουργία της μηχανής, η ακριβής μέτρηση του χρόνου και της παραγωγικότητας, η συγκέντρωση ενέργειας και κεφαλαίου και η οργάνωση τεράστιων δικτύων μεταφοράς, επικοινωνίας και ανταλλαγής. Εδώ η τεχνική μεταμορφώνεται ουσιαστικά σε τεχνο-επιστήμη: δεν εφαρμόζει απλώς γνώση, αλλά επιστήμη και τεχνική αρχίζουν να παράγουν αμοιβαία η μία την άλλη.
Η βαθύτερη διαφορά, επομένως, δεν βρίσκεται απλώς στην αυξημένη ισχύ των νεότερων μηχανών αλλά στην αλλαγή κλίμακας, λογικής και αυτοαναπαραγωγής του τεχνικού συστήματος. Η αρχαία τεχνική λύνει κυρίως συγκεκριμένα προβλήματα μέσα σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να την υπερβαίνει· η νεότερη τεχνο-επιστήμη τείνει να μετατρέπει ολοένα μεγαλύτερες περιοχές του Κόσμου σε πεδία μέτρησης, μοντελοποίησης, πρόβλεψης, σχεδιασμού και παρέμβασης. Με τον ηλεκτρισμό, τη βιομηχανία, τη χημεία, τη γενετική, την πληροφορική και σήμερα την τεχνητή νοημοσύνη, το σύστημα αποκτά επιπλέον την ικανότητα να επιταχύνει την ίδια του την επιτάχυνση: οι μηχανές κατασκευάζουν μηχανές, οι υπολογιστές σχεδιάζουν και ελέγχουν άλλους υπολογιστές, τα δεδομένα βελτιώνουν τα συστήματα που παράγουν νέα δεδομένα και η επιστημονική έρευνα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τεχνολογίες που η ίδια προηγουμένως δημιούργησε. Η τεχνο-επιστήμη γίνεται έτσι ένα πλανητικό, αυτοενισχυόμενο πλέγμα επιστήμης, οικονομίας, βιομηχανίας, υπολογισμού και θεσμών. Η αρχαία τεχνική χρησιμοποιεί τις κανονικότητες του Κόσμου για να δημιουργήσει τοπικές μορφές τάξης· η σύγχρονη τεχνο-επιστήμη τείνει να μετατρέψει την ίδια την οργανωσιμότητα του Κόσμου σε αντικείμενο συστηματικού προγραμματισμού — και, στο όριό της, δεν αρκείται πλέον να προβλέπει ποιο από τα δυνατά θα συμβεί, αλλά επιχειρεί να αναδιαμορφώσει το ίδιο το πεδίο του δυνατού. Αυτό όμως θα είναι ο ‘’Άκοσμος’’ κόσμος της απόλυτης τεχνικής: όχι η καταστροφή των πραγμάτων αλλά η απώλεια της ποιητικότητάς τους. Ένας χωροχρόνος γεμάτος αντικείμενα, δεδομένα, πληροφορίες και λειτουργίες, αλλά χωρίς Άνοιγμα. Ένας Κόσμος χωρίς ιερότητα, χωρίς δέος, χωρίς μέθεξη και εκστατική ενατένιση του μυστηρίου της ζωής και του Κόσμου, χωρίς την βιωμένη εμπειρία του το απολύτως μοναδικού και ανεπανάληπτου συμβάντος του Κόσμου, χωρίς την ονειρική φαντασία του απροσδόκητου, επειδή κάθε τι θα αντιμετωπίζεται εκ των προτέρων ως πρόβλημα προς επίλυση, πόρος προς αξιοποίηση ή πληροφορία προς επεξεργασία.
Εδώ χρειάζεται η σημαντικότερη ίσως διάκριση ολόκληρης της προβληματικής μας. Η τεχνική μπορεί να υπολογίζει αλλά δεν μπορεί, από την ίδια της τη δομή, να αποφασίσει γιατί αξίζει να υπολογιστεί κάτι. Μπορεί να βελτιστοποιεί αλλά δεν μπορεί να θεμελιώσει το αγαθό προς το οποίο πρέπει να κατευθύνεται η βελτιστοποίηση. Μπορεί να επιλέξει αποτελεσματικότερα μέσα εφόσον της δοθεί ένα κριτήριο, αλλά δεν παράγει από μόνη της το νόημα του κριτηρίου. Μπορεί να προβλέψει πιθανότητες, αλλά η πιθανότητα δεν είναι αξία. Μπορεί να οργανώσει μέσα, αλλά δεν γεννά αυτοτελώς το «γιατί» των σκοπών. Αυτό είναι το όριο που συχνά συγκαλύπτει ο τεχνολογικός πολιτισμός: συγχέει τη δυνατότητα με την αξία. Επειδή κάτι μπορεί να πραγματοποιηθεί, θεωρείται ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί. Επειδή κάτι μπορεί να μετρηθεί, θεωρείται σημαντικό. Επειδή κάτι μπορεί να βελτιστοποιηθεί, θεωρείται επιθυμητό. Επειδή κάτι μπορεί να προβλεφθεί, θεωρείται ότι πρέπει να ελεγχθεί.
Αλλά από το «μπορώ» δεν παράγεται το «πρέπει». Η τεχνική δεν διαθέτει από μόνη της υπερβατική διάσταση. Δεν διαθέτει πνευματικότητα με την έννοια της ικανότητας να ανοίγει το ερώτημα του νοήματος πέρα από την ίδια της τη λειτουργικότητα. Δεν διαθέτει εγγενή αξιοθετική δύναμη. Δεν γνωρίζει γιατί η ελευθερία είναι προτιμότερη από την απόλυτη αποτελεσματικότητα, γιατί η αξιοπρέπεια δεν πρέπει να θυσιάζεται στη βελτιστοποίηση, γιατί το ωραίο δεν εξαντλείται στην προτίμηση, γιατί το ανυπολόγιστο μπορεί να αξίζει περισσότερο από το υπολογίσιμο. Κυρίως, η τεχνική δεν διαθέτει αφ' εαυτής τη δυνατότητα του ριζικά «αλλιώς». Μπορεί να ανασυνδυάζει δυνατότητες μέσα σε έναν χωροχρόνο που έχει ήδη διαμορφωθεί, μπορεί να αναζητά νέες λύσεις και να παράγει απροσδόκητους συνδυασμούς, αλλά το ριζικό «αλλιώς» δεν είναι απλώς μια ακόμη επιλογή ανάμεσα σε ήδη καθορισμένες δυνατότητες. Είναι το άνοιγμα του ίδιου του πεδίου των δυνατοτήτων. Είναι η ρήξη με το ερώτημα που είχε ήδη τεθεί, όχι απλώς μια καλύτερη απάντηση στο ίδιο ερώτημα. Η τεχνική ρωτά: «πώς;». Η αξιοθετική σκέψη ρωτά: «γιατί;». Η ποιητική σκέψη μπορεί να ρωτήσει κάτι ακόμη ριζικότερο: «γιατί πρέπει το ερώτημα να τίθεται με αυτόν τον τρόπο;». Εδώ βρίσκεται το όριο του προγραμματισμού. Το πρόγραμμα οργανώνει δυνατότητες μέσα σε έναν ορίζοντα. Δεν δημιουργεί κατ' ανάγκην τον ορίζοντα ως ορίζοντα. Γι' αυτό το απρόβλεπτο δεν είναι απλώς τεχνικό πρόβλημα που μια ισχυρότερη υπολογιστική μηχανή θα εξαφανίσει. Αποτελεί συστατικό στοιχείο του ανοιχτού χαρακτήρα του Κόσμου.
Αν λοιπόν η νεωτερική μεταφυσική ονειρεύτηκε τη διαφάνεια και η τεχνολογία επιχειρεί να την πραγματοποιήσει, η ολοκλήρωση αυτού του σχεδίου αποκαλύπτει συγχρόνως το αδύνατό του σημείο. Όσο περισσότερα γνωρίζουμε, τόσο περισσότερα μπορούμε να προβλέπουμε· όσο περισσότερα προβλέπουμε, τόσο περισσότερα επιχειρούμε να οργανώσουμε. Αλλά η αύξηση της τεχνικής δυνατότητας δεν παράγει αντίστοιχη αύξηση νοήματος. Μπορεί μάλιστα να συμβαίνει το αντίθετο. Ένας πολιτισμός μπορεί να διαθέτει τεράστια υπολογιστική ισχύ και να μην γνωρίζει προς ποια κατεύθυνση αξίζει να κινηθεί. Μπορεί να συνδέσει δισεκατομμύρια ανθρώπους χωρίς να δημιουργήσει ουσιαστική κοινότητα. Μπορεί να αυξήσει την πληροφορία και να μειώσει τη σοφία. Μπορεί να παρατείνει τη ζωή χωρίς να απαντήσει τι καθιστά τη ζωή άξια να βιωθεί. Μπορεί να προσομοιώσει κόσμους χωρίς να γνωρίζει τι σημαίνει να κατοικεί κανείς έναν Κόσμο.
ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
Η κρίση της τεχνολογικής εποχής είναι επομένως πρωτίστως κρίση σκοπών μέσα σε έναν πολιτισμό πανίσχυρων μέσων. Και εδώ μεταβάλλεται ριζικά το ερώτημα για το μέλλον. Το μέλλον της τεχνικής δεν βρίσκεται απλώς σε ισχυρότερους υπολογιστές, πιο αυτόνομα συστήματα, γενετική μηχανική, ρομποτική ή τεχνητή νοημοσύνη. Όλα αυτά αποτελούν την οριζόντια επέκταση της τεχνικής: αύξηση της ισχύος, της ταχύτητας, της ακρίβειας, της πρόβλεψης, της αποδοτικότητας και της δυνατότητας παρέμβασης. Ο οριζόντιος άξονας αφορά το πώς: πώς θα μετακινηθούμε γρηγορότερα, πώς θα παράγουμε περισσότερο, πώς θα θεραπεύσουμε αποτελεσματικότερα, πώς θα επεξεργαστούμε περισσότερες πληροφορίες, πώς θα προβλέψουμε ακριβέστερα, πώς θα περιορίσουμε το τυχαίο και θα ελέγξουμε το μέλλον. Υπάρχει όμως και μια κάθετη διάσταση της υπάρξεως, η οποία δεν δηλώνει κάποιον δεύτερο, υπερφυσικό κόσμο, αλλά το βάθος με το οποίο η ύπαρξη σχετίζεται με τον εαυτό της και με τον Κόσμο: το νόημα, την αξία, τον σκοπό, τη συνείδηση, την αυτογνωσία, την ελευθερία, την ευθύνη, την ομορφιά, το ιερό, το μυστήριο, τη σχέση με τη θνητότητα και το ερώτημα για το τι καθιστά μια ζωή άξια να βιωθεί. Στον οριζόντιο άξονα ρωτάμε «τι μπορούμε να κάνουμε;»· στον κάθετο, «γιατί αξίζει να το κάνουμε;». Ο πρώτος πολλαπλασιάζει δυνατότητες, ο δεύτερος τις αξιοθετεί. Ο πρώτος κατασκευάζει μέσα, ο δεύτερος διερωτάται για τους σκοπούς. Γι' αυτό δεν υπάρχει καμία αναγκαία συνεπαγωγή από την τεχνική πρόοδο προς την υπαρξιακή πληρότητα: περισσότερη ισχύς δεν σημαίνει περισσότερο νόημα, περισσότερη πληροφορία δεν σημαίνει περισσότερη σοφία, μεγαλύτερη διάρκεια ζωής δεν απαντά στο ερώτημα για την αξία της ζωής, ούτε η αυξανόμενη δυνατότητα ελέγχου μάς λέει προς ποια κατεύθυνση αξίζει να ασκήσουμε αυτόν τον έλεγχο.
Μπορούμε μάλιστα να διατυπώσουμε μια βαθύτερη υπόθεση: η συνεχής μείωση της αβεβαιότητας στον οριζόντιο άξονα μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να συνοδεύεται από αύξηση της αβεβαιότητας στον κάθετο. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος μαθαίνει πώς να ελέγχει τις διαδικασίες, τόσο οξύτερο μπορεί να γίνεται το ερώτημα γιατί πρέπει να τις ελέγχει. Η τεχνική μειώνει την πρακτική ανασφάλεια: προβλέπει τον καιρό, θεραπεύει ασθένειες, οργανώνει την παραγωγή, ασφαλίζει τις μετακινήσεις, αποθηκεύει τη μνήμη, υπολογίζει κινδύνους, προβλέπει συμπεριφορές. Δεν μπορεί όμως με τις ίδιες μεθόδους να εξαλείψει την υπαρξιακή ανασφάλεια, επειδή αυτή δεν προέρχεται απλώς από έλλειψη πληροφοριών. Μπορούμε να γνωρίζουμε με μεγάλη ακρίβεια τι συμβαίνει στο σώμα μας και να μη γνωρίζουμε τι θέλουμε από τη ζωή μας· να επικοινωνούμε στιγμιαία με ολόκληρο τον πλανήτη και να βιώνουμε βαθιά μοναξιά· να έχουμε απεριόριστη πρόσβαση σε πληροφορίες και να μην μπορούμε να διακρίνουμε τι είναι σημαντικό· να έχουμε περισσότερες επιλογές και να αισθανόμαστε μεγαλύτερη αδυναμία επιλογής. Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο: ο οριζόντιος κόσμος γίνεται ολοένα περισσότερο προσδιορισμένος, ενώ ο κάθετος μπορεί να γίνεται ολοένα περισσότερο απροσδιόριστος. Η βεβαιότητα των μέσων συνυπάρχει με την αβεβαιότητα των σκοπών, η αποτελεσματικότητα με την κενότητα, η συνδεσιμότητα με τη μοναξιά, η πληροφορία με την απώλεια προσανατολισμού, η δύναμη του πράττειν με την αδυναμία να απαντηθεί τι αξίζει να ποιηθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τεχνική προκαλεί αναγκαστικά την απώλεια νοήματος· σημαίνει ότι η τεχνική δεν διαθέτει μέσα από τη δική της λογική τη δυνατότητα να καλύψει το κενό που δημιουργείται όταν η αποτελεσματικότητα αναλαμβάνει τη θέση της αξιοθέτησης.
Υπάρχει μάλιστα μια ακόμη βαθύτερη αντίφαση. Η τεχνική επιδιώκει να καταστήσει το μέλλον προβλέψιμο, αλλά η ανθρώπινη ύπαρξη αντλεί ένα μέρος του νοήματός της ακριβώς από το γεγονός ότι το μέλλον δεν είναι πλήρως αποφασισμένο. Αν γνωρίζαμε εκ των προτέρων κάθε επιλογή, κάθε συνάντηση, κάθε δημιουργία και κάθε αποτέλεσμα, τότε η ίδια η έννοια της δυνατότητας θα μεταβαλλόταν ριζικά. Η ελευθερία, η δημιουργία, η ελπίδα, η προσδοκία, η έκπληξη, ακόμη και η ευθύνη προϋποθέτουν έναν βαθμό ανοικτότητας. Γι' αυτό η αβεβαιότητα δεν είναι μόνο έλλειμμα που πρέπει να εξαλειφθεί· μπορεί να αποτελεί συστατική διάσταση της ελευθερίας και του ποιεῖν. Ο οριζόντιος άξονας της τεχνικής τείνει να μετατρέπει το άγνωστο σε γνωστό, το ενδεχομενικό σε πιθανότητα, την πιθανότητα σε πρόβλεψη και την πρόβλεψη σε πρόγραμμα. Ο κάθετος άξονας όμως μας υπενθυμίζει ότι δεν πρέπει κάθε αβεβαιότητα να μετατραπεί σε βεβαιότητα, επειδή ένας απολύτως προγραμματισμένος Κόσμος θα μπορούσε να είναι τεχνικά ασφαλής αλλά υπαρξιακά κενός. Το νόημα δεν συνιστά εξάλειψη του αβέβαιου αλλά τρόπος δημιουργικής σχέσης μαζί του. Η συνείδηση δεν καλείται μόνο να γνωρίζει αυτό που είναι, αλλά να αξιοθετεί, να επιλέγει και να δημιουργεί σε σχέση με αυτό που θα μπορούσε να είναι.
Το αποφασιστικό ερώτημα του μέλλοντος, επομένως, δεν είναι πόσο μακριά θα φτάσει η οριζόντια τεχνική επέκταση, αλλά αν θα υπάρξει μια αντίστοιχη κάθετη μεταμόρφωση της συνείδησης. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να πολλαπλασιάσει εκθετικά την υπολογιστική δύναμη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πολλαπλασιάζει αυτομάτως τη σοφία· η γενετική μηχανική μπορεί να διευρύνει τη δυνατότητα μετασχηματισμού της ζωής, χωρίς να μας λέει ποια ζωή αξίζει να δημιουργήσουμε· η υπερνοημοσύνη, αν ποτέ υπάρξει, μπορεί να προσφέρει απαντήσεις σε προβλήματα που σήμερα αδυνατούμε να λύσουμε, αλλά η μεγαλύτερη δύναμη απάντησης δεν καταργεί την ανάγκη να επιλέξουμε τα ερωτήματα. Ίσως λοιπόν το πραγματικό όριο της τεχνικής να εμφανίζεται ακριβώς στην κορύφωση της ισχύος της: όταν θα μπορούμε να κάνουμε σχεδόν οτιδήποτε, θα γίνεται επιτακτικότερο από ποτέ να γνωρίζουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε, τι αξίζει να ζήσουμε και σε ποιον Κόσμο θέλουμε να υπάρχουμε. Η μελλοντική υπέρβαση δεν μπορεί συνεπώς να είναι μόνο τεχνική· χρειάζεται να είναι ταυτόχρονα ποιητική, αξιακή και συνειδησιακή. Όχι περισσότερος έλεγχος απέναντι στην Άβυσσο του Μηδενός, αλλά βαθύτερη ικανότητα να κατοικούμε δημιουργικά μέσα στην ανοικτότητά της.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Η έξοδος όμως δεν βρίσκεται στην απόρριψη της τεχνικής. Μια τέτοια απόρριψη θα ήταν όχι μόνο αδύνατη αλλά και φιλοσοφικά αφελής. Ο άνθρωπος είναι ήδη τεχνικό ον με την έννοια ότι η μνήμη, η γλώσσα, η γραφή, η πόλη, η τέχνη, η επιστήμη και οι κοινωνικές του μορφές εμπεριέχουν τεχνικές διαμεσολαβήσεις. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι ένας κόσμος χωρίς τεχνική αλλά ένας Κόσμος στον οποίο η τεχνική δεν θα αποτελεί το μοναδικό μέτρο του δυνατού. Εδώ ακριβώς εισέρχεται η μετα-φιλοσοφική σκέψη. Δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει μια τεχνική με μια καλύτερη τεχνική, ούτε ένα κλειστό σύστημα με ένα άλλο κλειστό σύστημα. Επιχειρεί να μετακινήσει το ίδιο το επίπεδο του ερωτήματος. Η τεχνική πρέπει να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο ορίζοντα νοήματος που η ίδια δεν μπορεί να παραγάγει. Η μετάβαση είναι από τον έλεγχο στον συντονισμό, από την κατοχή στη συμμετοχή, από την πρόβλεψη στην στοχαστική εγρήγορση απέναντι στο απρόβλεπτο, από την κλειστή ολότητα στην Ανοιχτή Ολότητα. Η Ανοιχτή Ολότητα δεν είναι ένα μεγαλύτερο σύστημα που θα περιέχει όλα τα μικρότερα συστήματα, αν ήταν τέτοιο, θα αποτελούσε απλώς την τελειότερη τεχνική κατασκευή. Είναι ακριβώς η αναγνώριση ότι καμία κατασκευή, καμία κατηγορία, κανένα μοντέλο και κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να αυτοανακηρυχθεί σε τελικό ορίζοντα του Κόσμου. Ο Κόσμος υπερβαίνει κάθε παράσταση και εικόνα του Κόσμου, άλλωστε αυτό που εννούμε ‘’Κόσμου’’ συνιστά μια παράσταση του Κόσμου Κάθε μοντέλο είναι εντός του Κόσμου και όχι ο Κόσμος. Κάθε τεχνική κατασκευή αποτελεί ένα συμβάν μέσα στην Ανοιχτή Ολότητα και όχι την εξάντλησή της. Από αυτή την άποψη, η μετα-φιλοσοφική σκέψη δεν αντιπαραθέτει απλώς την «πνευματικότητα» στην τεχνική. Μια τέτοια αντίθεση θα αναπαρήγαγε τη δυαδική λογική που επιχειρεί να υπερβεί. Το ζήτημα είναι διαφορετικό: να αναγνωριστεί η τεχνική ως μία μορφή του ποιεῖν, όχι όμως ως το σύνολο του ποιεῖν.
Η τεχνική είναι ποιεῖν υπό όρους: οργανώνει, κατασκευάζει, συνδυάζει, προβλέπει. Αλλά το ποιεῖν του Κόσμου δεν εξαντλείται στην κατασκευή. Υπάρχει γένεση χωρίς σχέδιο, μεταμόρφωση χωρίς κεντρικό αρχιτέκτονα, δημιουργία χωρίς προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Υπάρχει ο Ρυθμός ως συντονισμός που δεν αποτελεί πρόγραμμα, η Άβυσσος ως απεριόριστο πεδίο δυνατοτήτων που δεν αποτελεί αποθήκη ήδη καθορισμένων επιλογών, και το Ανοιχτό ως δυνατότητα εμφάνισης εκείνου που κανένα υπάρχον σύστημα δεν μπορούσε προηγουμένως να περιγράψει. Εδώ ίσως βρίσκεται και η βαθύτερη ειρωνεία ολόκληρης της ιστορίας της τεχνικής. Στην αρχή ο άνθρωπος φαντάστηκε τους θεούς ως αρχιτέκτονες του Κόσμου. Ύστερα φαντάστηκε τον Θεό ως ύψιστο Νομοθέτη και Γεωμέτρη. Κατόπιν ανακάλυψε τους νόμους της φύσης και επιχείρησε να διαβάσει το θεϊκό σχέδιο. Στη νεωτερικότητα κατέλαβε ο ίδιος τη θέση του αρχιτέκτονα. Στη βιομηχανική εποχή κατασκεύασε μηχανές που αναδιοργάνωσαν τη φύση και την κοινωνία. Στην κυβερνητική εποχή κατασκεύασε συστήματα που αυτορρυθμίζονται. Στην ψηφιακή εποχή κατασκεύασε δίκτυα που οργανώνουν πληροφορίες και ανθρώπους. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης κατασκευάζει μηχανές που συμμετέχουν πλέον στον ίδιο τον σχεδιασμό. Και τώρα βρίσκεται μπροστά στο ερώτημα που απέφευγε επί χιλιετίες:
Κι αν ο Κόσμος δεν έχει Αρχιτέκτονα; Κι αν η ίδια η εικόνα του Αρχιτέκτονα ήταν η κοσμική προβολή της τεχνικής μας συνείδησης; Κι αν η απαίτηση να υπάρχει πίσω από κάθε τάξη ένας νομοθέτης, πίσω από κάθε μορφή ένα σχέδιο, πίσω από κάθε γένεση ένα πρόγραμμα και πίσω από κάθε συμβάν ένας σκοπός αποτελεί ακριβώς την αρχαιότερη μεταφυσική μορφή της τεχνικής; Τότε η μετα-φιλοσοφική μετατόπιση γίνεται ακόμη βαθύτερη. Δεν αρκεί να αλλάξουμε τη χρήση της τεχνολογίας. Πρέπει να υπερβούμε την ίδια την εικόνα του Κόσμου ως κατασκευής. Ο Κόσμος δεν είναι μηχανή. Δεν είναι πρόγραμμα. Δεν είναι ένας τεράστιος υπολογιστής. Δεν είναι σχέδιο που περιμένει να αποκρυπτογραφηθεί. Δεν είναι ένα κλειστό σύνολο δυνατοτήτων. Είναι πολλαπλότητα κόσμων που αναδύονται, μετασχηματίζονται, συναντώνται και χάνονται μέσα σε μια Ανοιχτή Ολότητα, το άπειρο μηδέν, η οποία δεν διαθέτει Υπερβατικο κέντρο ούτε τελικό παρατηρητή. Σε έναν τέτοιο Κόσμο, η τεχνική αποκτά διαφορετική θέση. Δεν είναι πλέον ο μηχανισμός με τον οποίο ο άνθρωπος επιχειρεί να γίνει κύριος της Ολότητας. Γίνεται μια τοπική δημιουργική δύναμη μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο ποιεῖν.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοτεχνολογία και τα μελλοντικά τεχνικά συστήματα μπορούν τότε να νοηθούν όχι ως επόμενα στάδια της κατάκτησης του Κόσμου αλλά ως νέες μορφές συμμετοχής στη μεταμόρφωσή του — υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα αναγορευθούν σε φορείς νοήματος που δεν διαθέτουν. Η τεχνική μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε μακρύτερα. Δεν μπορεί να αποφασίσει τι αξίζει να δούμε. Μπορεί να μας επιτρέψει να πράξουμε περισσότερα. Δεν μπορεί να αποφασίσει τι αξίζει να πράξουμε. Μπορεί να πολλαπλασιάσει τις επιλογές. Δεν μπορεί να δημιουργήσει από μόνη της το νόημα της επιλογής. Μπορεί να χαρτογραφήσει το πιθανό. Δεν εξαντλεί το δυνατό. Και κυρίως δεν μπορεί να εξαντλήσει εκείνο που δεν έχει ακόμη εμφανιστεί ως δυνατό. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η τεχνική συναντά το όριό της και, παραδόξως, αποκτά μια νέα δυνατότητα. Όταν πάψει να αξιώνει ότι αποτελεί την καθολική μορφή του Κόσμου, μπορεί να γίνει πραγματικά δημιουργική. Όταν εγκαταλείψει τη φαντασίωση της απόλυτης κυριαρχίας, μπορεί να ενταχθεί σε σχέσεις συν-διαμόρφωσης. Όταν αναγνωρίσει το ανυπολόγιστο, ο υπολογισμός παύει να είναι φυλακή και γίνεται εργαλείο.
Το μέλλον επομένως δεν κρίνεται από το αν θα έχουμε περισσότερη ή λιγότερη τεχνολογία. Κρίνεται από το αν θα μπορέσουμε να αποδεσμεύσουμε το τεχνικό από την αξίωση να αποτελεί τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο ο Κόσμος μπορεί να εμφανιστεί. Η μεγάλη μετάβαση που βρίσκεται μπροστά μας δεν είναι απλώς μετάβαση από τη βιομηχανική στην ψηφιακή ή από την ψηφιακή στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι ενδεχομένως η μετάβαση από τον τεχνικό πολιτισμό της κυριαρχίας σε έναν πλανητικό πολιτισμό του συντονισμού. Σε αυτόν, η τεχνική θα εξακολουθεί να υπολογίζει, αλλά ο υπολογισμός δεν θα αποφασίζει μόνος του για την αξία. Θα εξακολουθεί να προβλέπει, αλλά η πρόβλεψη δεν θα εξαλείφει το απρόβλεπτο. Θα εξακολουθεί να οργανώνει, αλλά η οργάνωση δεν θα μετατρέπεται σε καθολικό προγραμματισμό. Θα εξακολουθεί να δημιουργεί δυνατότητες, χωρίς να διεκδικεί ότι ορίζει τα όρια του δυνατού. Η μετα-φιλοσοφική σκέψη αρχίζει ακριβώς εκεί όπου η τεχνική συναντά αυτό το όριο. Δεν αρνείται την τεχνική· την απολυτρώνει από την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας της. Δεν αρνείται τον Λόγο· τον απελευθερώνει από την απαίτηση της καθολικής κυριαρχίας. Δεν αρνείται τον υπολογισμό· αρνείται την ταύτιση του υπολογίσιμου με το πραγματικό. Δεν αρνείται το πρόγραμμα· υπενθυμίζει ότι κανένα πρόγραμμα δεν μπορεί να προγραμματίσει το ριζικά νέο χωρίς να το μετατρέψει εκ των προτέρων σε παραλλαγή του ήδη δυνατού.
Έτσι αποκαλύπτεται η βαθύτερη ιστορική διαδρομή: η τεχνική αρχίζει ως χειρονομία οργάνωσης του αβέβαιου, γίνεται εργαλείο, τέχνη, μέτρηση, νόμος και αρχιτεκτονική· προβάλλεται στους θεούς και στον Θεό ως εικόνα ενός Κόσμου κατασκευασμένου σύμφωνα με σχέδιο· μετασχηματίζεται στη νεωτερικότητα σε επιστημονικό έλεγχο της φύσης· γίνεται μηχανή στη βιομηχανική εποχή, σύστημα στην κυβερνητική, πληροφορία και δίκτυο στην ψηφιακή, αλγόριθμος στην υπολογιστική και αυτοματοποιημένη πρόβλεψη στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Το επόμενο βήμα, όμως, δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερο από το ίδιο. Η τεχνική έφτασε στο σημείο όπου μπορεί να αναδιοργανώνει ακόμη και τον ίδιο τον άνθρωπο. Ακριβώς γι' αυτό χρειάζεται πλέον κάτι που δεν μπορεί να παραγάγει η ίδια: έναν ανοιχτό ορίζοντα νοήματος, αξίας και δημιουργικής απροσδιοριστίας. Εκεί βρίσκεται η δυνατότητα του «αλλιώς». Όχι στην καταστροφή της τεχνικής αλλά στην αποδέσμευση του Κόσμου από την τεχνική του ερμηνεία. Όχι στην επιστροφή σε έναν προτεχνολογικό άνθρωπο, αλλά στην υπέρβαση της ιδέας ότι ο άνθρωπος είναι ο αρχιτέκτονας και το μέτρο της Ολότητας. Όχι σε έναν νέο Θεό-Προγραμματιστή, ούτε σε μια τεχνητή υπερνοημοσύνη που θα πάρει τη θέση του, αλλά στην αναγνώριση ενός Κόσμου χωρίς τελικό κέντρο, χωρίς οριστικό πρόγραμμα και χωρίς τελευταία αναπαράσταση. Η τεχνική μπορεί να κατασκευάζει κόσμους, αλλά διαπερνάται από τον Κόσμο. Και ίσως ακριβώς εκεί, στο όριο ανάμεσα σε ό, τι μπορεί να προγραμματιστεί και σε ό, τι μπορεί ακόμη να συμβεί, αρχίζει η μετα-τεχνική εποχή: όχι μια εποχή μετά την τεχνική, αλλά μια εποχή στην οποία η τεχνική παύει να είναι η μεταφυσική μοίρα του Κόσμου και γίνεται μία μόνο δυνατότητα μέσα στο απεριόριστο ποιεῖν της Ανοιχτής Ολότητας.